γρᾶν

γράω
gnaw
pres part act masc voc sg (doric aeolic)
γράω
gnaw
pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic)
γράω
gnaw
pres part act masc nom sg (doric aeolic)
γρᾶ̱ν , γράω
gnaw
pres inf act (epic doric)
γράω
gnaw
pres inf act (attic doric)
γράω
gnaw
imperf ind act 3rd pl (doric aeolic)
γράω
gnaw
imperf ind act 1st sg (doric aeolic)
γράω
gnaw
imperf ind act 3rd pl (attic epic doric aeolic)
γράω
gnaw
imperf ind act 1st sg (attic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Γρᾶν — Γρής masc gen pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ίτης — (ΑΜ ίτης) κατάλ. μεγάλου αριθμού αρσ. ουσ. τής Ελληνικής, η οποία σχηματίστηκε από τη σύναψη τού επιθήματος της με το ληκτικό στοιχείο ι , θέματος ορισμένων λέξεων (πρβλ. πολ ίτης), απ όπου επεκτάθηκε, αργότερα, και σε άλλα θέματα (πρβλ. ζευγ… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.